Για Εμάς

Η φωτογραφία μου
Αυτο το χώμα απο παλιά κλέφτικα μου σφυρίζει, με τραβάει για να με κάνει ενα φθηνό μικροαστό. Κι αυτη η σημαία στο νού μου,ποτε δεν ανεμίζει, γιατι σέρνω μέσα μου κατι το ανθελληνικό...

Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Παλια τους κάναμε σαπούνι by Theo Ev

Βράζω. Καιρό τώρα που ακούω εσένα και τους ομοίους σου να πετάτε τη μία μαλακία μετά την άλλη, βράζω. Τόσο πολύ βράζω, που μ’ ανεβαίνει κύμα στο στόμα ο θυμός κι η σιχαμάρα, με πνίγει, καμιά φορά μου κόβει και τη μιλιά κιόλας. Δε μου την έκοψε πέρυσι που με πλησίασες στο κλαμπ με την ατάκα: «Ωραίο μαγαζάκι. Μαζεύει όμως, ρε παιδί μου, πολλούς Αλβανούς. Και να, μου βρομάνε». Ούτε τότε που με ρώτησες στο λεωφορείο –σωστός τζέντλεμαν μη χέσω– αν με ενοχλεί ο Αφρικανός δίπλα μου. Εγώ τον ρώτησα, ρε γελοίε, ποιο τρόλεϊ πάει στην πλατεία Αμερικής. Σε διαολόστειλα και τις δύο φορές και πολλές άλλες, να χαθείς από μπροστά μου να μη σε βλέπω, να ξεχάσω την ύπαρξή σου εντελώς. Κι ας με συμβούλευε ανήσυχη η μάνα μου να μη δίνω στόχο, που ‘χει τρελαθεί ο κόσμος, θα μ’ αρπάξουν τίποτα φασίστες και θα με σαπίσουν στο ξύλο, κορίτσι πράμα. Μου κόπηκε όμως η μιλιά προχθές στο κομμωτήριο, που σ’ είδα να σηκώνεσ’ όρθια –προσεχτικά, μην ακουμπήσει πουθενά το νύχι και ξεβάψει–, και σ’ άκουσα να ολοκληρώνεις τον εντυπωσιακό περί μεταναστευτικού μονόλογό σου με την εξής δήλωση: «Στο τέλος-τέλος, τόσα προβλήματα έχουμε. Τους δικούς μας θα κοιτάξουμε πρώτα. Ας πάνε οι μετανάστες να ψοφήσουν στις χώρες τους».

Σώπασα. Γιατί ήσουν ντυμένος κυράτσα που κλείνει το μάτι και χασκογελάει κάθε φορά που αρθρώνει τη λέξη «αράπης». Γιατί φορούσες το ένδυμα της κρίσης και φοβήθηκα μήπως τα λόγια μου προσβάλλουν την ξαφνική σου οικονομική εξαθλίωση. Γιατί κουράστηκα πια να εξηγώ τα αυτονόητα. Και τέλος, θα την πω τη μαύρη μου αλήθεια, γιατί κώλωσα και λίγο. Είμαι παιδί της τηλεόρασης εγώ, και ό,τι Ιστορία έμαθα, την ξέχασα την επομένη των πανελλήνιων. Και τα κοινωνικοπολιτικά μου επιχειρήματα, φου να τα κάνεις εσύ που το χειρίζεσαι σωστά το παραμύθι, θα γκρεμιστούν. Άσε που φοβάμαι μη μου ξεφύγει καμιά κοτσάνα, γίνω ρόμπα και βγεις κι από πάνω, τρομάρα σου× μιλήσω, ας πούμε, τη δική σου γλώσσα και σου φέρω για παράδειγμα την παράδοση της Ελλάδας στη φιλοξενία, πετάξω κι έναν Ξένιο Δία –έτσι, γιατί μπορώ–, και μου αρχίσεις εσύ για εκείνο το μετοίκιον που πλήρωναν οι ξένοι στην Αρχαία Ελλάδα –όχι επιδόματα που ζητάνε τώρα οι μετανάστες–, χάσω την μπάλα τελείως και δεν ξέρω τι να πω. Γιατί και την Ιστορία ξεχνάω, και τους υπουργούς ξεχνάω, και τι πρεσβεύει το κάθε πολιτικό σύστημα ξεχνάω, και πολλά ξεχνάω.

Ένα πράγμα όμως με τίποτα δεν το ξεχνάω. Κάτι που μου ‘μαθαν πριν ακόμα πάω σχολείο. Το αυτονόητο. Ο μετανάστης είναι άνθρωπος. Και δε χρειάζομαι κανένα επιχείρημα και καμία Ιστορία για να το στηρίξω αυτό. Είναι άνθρωπος σαν κι εμένα (για εσένα επιφυλάσσομαι). Καλός άνθρωπος, κακός άνθρωπος, όπως όλοι μας. Με όνειρα, σχέδια, οικογένεια, ελαττώματα, δικαιώματα, απ’ όλα. Όταν λοιπόν σε βλέπω να του αμφισβητείς τα βασικά του ανθρώπινα δικαιώματα δε θα το βουλώνω. Θα μπουκάρω και θα δούμε τότε ποιος θα ζητάει άσυλο και πού. Γιατί προτιμώ να με κατηγορούν ότι είμαι επαγγελματίας αντιρατσίστρια, παρά να μασουλάω τη γλυκιά καραμελίτσα ότι η Ελλαδίτσα δεν μπορεί να αντέξει τόσους μετανάστες. Ναι ρε, δεν μπορεί να τους αντέξει. Και τι σημαίνει αυτό; Ότι θα τους αφήσεις να ψοφήσουν στην πείνα; Ότι θα τους εξολοθρεύσεις; Ότι θα επιτίθεσαι σ’ αυτούς, αντί να επιτίθεσαι στους κυβερνώντες;

Με κάνεις και μισώ τον εαυτό μου, γιατί αρχίζω να σκέφτομαι τρελά πράγματα. Σκέφτομαι ότι η μόνη λύση είναι να σου αφαιρεθούν τα δικαιώματά σου. Να σου αφαιρεθεί η ελευθερία του λόγου. Να απαγορευτείς στο σύνολό σου. Με κάνεις και μισώ τον εαυτό μου γιατί με κάνεις να σκέφτομαι σαν κι εσένα. Δε θα τα καταφέρεις όμως, ρε μαλακισμένο, να με κάνεις σαν τα μούτρα σου. Γιατί η δική μου η παρέα είναι μεγαλύτερη απ’ τη δική σου. Κι όταν σηκωθούμε όρθιοι όλοι, όλους εσάς θα σας πάρει ο διάολος.

Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Αζίζ Νεσίν-Σώπα μη μιλάς

Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή,
κόψ' τη φωνή σου,σώπασε επιτέλους.
Κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή είναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί,
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα, μου λέγανε:"σώπασε".

Στο σχολείο μού κρύψανε την αλήθεια τη μισή, μου λέγανε :
"Εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!"
Με φίλησε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
"Κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ....σώπα!" 

"Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε".
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσι μου χρόνια.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
"Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε,
"θα βρεις το μπελά σου, σώπα".

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι:
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα"
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική
και ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε "Σώπα". 



Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα!"
Μπορεί να μην είχαμε γνωριμίες ζηλευτές με τους γείτονες,
μας ένωνε, όμως, το Σώπα. 

Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν' την να σωπάσει.
Κόψ' την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά. 

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
 Kαι δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ' την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις.
Κόψε τη γλώσσα σου. 


Ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω 
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει:


ΜΙΛΑ...!